βοτανηφάγος

βοτανη-φάγος [φᾰ], ον,
A herbivorous, ib.3.424.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοτανηφάγος — βοτανηφάγος, ον (AM) (Μ και βοτανοφάγος, ον) χορτοφάγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βοτάνη + φάγος < (θ.) (φαγ , έφαγον (αόρ. β του εσθίω)] …   Dictionary of Greek

  • βοτανηφάγος — herbivorous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτανηφάγα — βοτανηφάγος herbivorous neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτανηφάγοι — βοτανηφάγος herbivorous masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτανηφάγοις — βοτανηφάγος herbivorous masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτανηφάγων — βοτανηφάγος herbivorous masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοτάνη — η (AM βοτάνη) 1. χορτάρι, κατάλληλο κυρίως για ζωοτροφή 2. φαρμακευτικό, θεραπευτικό βότανο μσν. νεοελλ. 1. μαγικό βότανο 2. πυρίτιδα, μπαρούτι αρχ. 1. τόπος βοσκής, λιβάδι 2. αγριόχορτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βοτόν. ΠΑΡ. βοτάνι ( ιον), βοτανίζω,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.